Archive for category Η πριγκιπέσα Ιζαμπώ

Έτσι αγάπησα τον τόπο μου…

…Και από τα λογοτεχνικά διαβάσματά μου! Το βιβλίο του αγαπημένου πεζογράφου, θεατρικού συγγραφέα  και δοκιμιογράφου Άγγελου Τερζάκη [στη φωτογραφία] «Η πριγκιπέσα Ιζαμπώ», που είναι ένα από τα ωραιότερα και πλέον αντιπροσωπευτικά ιστορικά μυθιστορήματα της λογοτεχνίας μας, μ’ έκανε να γνωρίσω πιο βαθιά την ψυχή της Πελοποννήσου. Νιώστε την:

Ο στρατοκόπος που διασχίζει τον ανατολικό Μοριά τραβώντας κατά το νότιο κόρφο του, σαν προσπεράσει της Νεμέας τις σκυθρωπές κλεισούρες και τις λαγκαδιές, βλέπει σε λίγην ώρα ν΄ανοίγεται μπροστά του, φαρδύς κι ολόφωτος, ένας μεγάλος κάμπος καρπερός. Κάτω από τον πλατύστερνο θόλο τ’ ουρανού, που πριν από λίγο τον λιβάνιζε ερημικά με τον ανασασμό του το θυμάρι, τώρα μια βλάστηση χαρούμενη απλώνεται. Είναι μια χώρα ήρεμη, με γη αφράτη και παχιά, σάρκα όλο χυμό, που στέκεται παραδομένη ολοχρονίς, ατάραχα, στη μυστική κυοφορία.

Η ευλογημένη τούτη χώρα είναι ο κάμπος ο αργολικός.

Ο στρατοκόπος που πορεύεται κατά τα νότια, περνώντας κάτω από ψηλές, γλυκόθροες λεύκες, νιώθει σε λίγο τον αέρα γύρω ν’ αλαφρώνεται. Κάποια φρεσκάδα διάχυτη, κάτι καινούργιο και αγνό, αναφτερώνει την ανάσα. Δεξιά από τον κάμπο, που ήρεμα απλώνεται φεύγοντας πίσω, μια φωτεινή γραμμή, αδιόρατη ίσαμε κείνη τη στιγμή, ξάφνου φαρδαίνει, παίρνει ζωή, σπιθίζει, χρωματίζεται. Είναι η θάλασσα. Μερικά βαλτονέρια απόμακρα, κρυμμένα πίσω από βούρλα αγκαθερά, γλυκομυρίζουν με το βράδυ. Η αστραφτερή λάμψη του πόντου αντικαθρεφτίζει αυγατισμένο το φέγγος τ’ ουρανού. .Όμως εκεί, στο βάθος του τοπίου, φράζοντας τον κάμπο, μια γλώσσα βραχωμένη ξεπετιέται απόκοτα από τη στεριά, βουτάει μέσα στη θάλασσα και κλείνει τον ορίζοντα μ’ αδέκαστη και σκυθρωπή ορμή. Μοιάζει, καθώς την κοιτάζεις, σαν θεόρατο πέτρινο λιοντάρι, πεσμένο καταγής με την κοιλιά, το κεφάλι του αγριωπά στυλωμένο, και που τεντώνει το ένα του ποδάρι για να κρούσει πεισματερά το γαλανό κύμα.

Πάνω στο ακρωτήρι τούτο, που φράζει με τον τεφρό του όγκο τον κρουσταλλένιο ορίζοντα, μια πολιτεία πανάρχαιη είναι κουρνιασμένη. Αρχόντισσα άλλοτε, τώρα απολησμονημένη και γριά, κρατεί το ίδιο πάντα ακριβό όνομα. Είναι τ’ Ανάπλι. Τα τειχιά της υψώνονται ακόμα, οδοντωτά και αγέρωχα, συμμεζεμένα σε προαιώνια στάση ανήσυχης απαντοχής. Αγριωπό και με σμιχτά φρύδια τ’ ορθοστημένο πέτρινο κεφάλι λαγοκοιμάται, κι όμως – έτσι που το κοιτάζεις – νιώθεις πως μέσα στον ύπνο του δεν αποξεχνιέται ποτέ. Στητό, αυτιάζεται αδιάκοπα τον άνεμο της θάλασσας, οσμίζεται και καρτερεί.

Εκεί, στην αντρειωμένη κι όμορφη τούτη πολιτεία, είχε στυλωμένο το μάτι του, αναθυμούμενος κάποια παραμύθια της γριάς βάγιας του, ο νεαρός καβαλάρης που, κάποιο φθινοπωρινό δείλι του 1292, περνούσε αργοπορημένος τον αργολικό κάμπο. Ο ήλιος έγερνε δεξιά, πάνω στ’ αρκαδικά βουνά, γλιστρώντας σαν μπάλα σύφλογη μέσα σε σύννεφα κοκκινωπά, κουρελιασμένα. Κάτω από τις ψηλές λεύκες του δρόμου πλήθαινε, υγραίνοντας τον αέρα, η νοτερή σκιά, ενώ το χώμα, ποτισμένο ακόμα  από την πρωινή βροχή, έκανε μαλακό και δύσκολο το βάδισμα του αλόγου….

https://i2.wp.com/www.diakoporama.gr/ftp/ota/11/otamaps/m1101.jpg

Advertisements

Σχολιάστε